κηροθήκη
•
- θήκη με μια ή συνήθως περισσότερες κοίλες θέσεις για την τοποθέτηση των κεριών στις εκκλησίες, από τις οποίες μπορούν να τα παραλάβουν οι πιστοί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηροθήκη < κηρ(ός) + -ο- + -θήκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κηροθήκη | κηροθήκες |
| Γενική | κηροθήκης | κηροθηκών |
| Αιτιατική | κηροθήκη | κηροθήκες |
| Κλητική | κηροθήκη | κηροθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →