κηροπλάστρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του κηροπλάστης Βικιλεξικό
- έντομομέλισσα που συμβάλλει στην δημιουργία κεριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηροπλάστρια < κηροπλάστης + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κηροπλάστρια | κηροπλάστριες |
| Γενική | κηροπλάστριας | κηροπλαστριών |
| Αιτιατική | κηροπλάστρια | κηροπλάστριες |
| Κλητική | κηροπλάστρια | κηροπλάστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →