κηρωτός
•
- ο επαλειμμένος με κερί, ώστε να καταστεί αδιάβροχος Βικιλεξικό
- κηρωτό ύφασμα (=μουσαμάς), κηρωτό έμπλαστρο (=τσιρότο), κηρωτή αλοιφή (=κηραλοιφή)
- Ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἦτο μέ τήν νιτσεράδα του, μέ τόν κηρωτόν πῖλόν του μέ τόν ἱμάντα δεδεμένον ὑπό τόν πώγωνα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
Ετυμολογία
κηρωτός < αρχαία ελληνική κηρωτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κηρωτός | κηρωτή | κηρωτό |
| Γενική | κηρωτού | κηρωτής | κηρωτού |
| Αιτιατική | κηρωτό | κηρωτή | κηρωτό |
| Κλητική | κηρωτέ | κηρωτή | κηρωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κηρωτοί | κηρωτές | κηρωτά |
| Γενική | κηρωτών | κηρωτών | κηρωτών |
| Αιτιατική | κηρωτούς | κηρωτές | κηρωτά |
| Κλητική | κηρωτοί | κηρωτές | κηρωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →