Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηρόπλαστος

/ciˈɾo.pla.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο φτιαγμένος από κερί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κηρόπλαστος < αρχαία ελληνική κηρόπλαστος (κηρ(ός) + -ό- + -πλαστος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηρόπλαστοςκηρόπλαστηκηρόπλαστο
Γενικήκηρόπλαστουκηρόπλαστηςκηρόπλαστου
Αιτιατικήκηρόπλαστοκηρόπλαστηκηρόπλαστο
Κλητικήκηρόπλαστεκηρόπλαστηκηρόπλαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηρόπλαστοικηρόπλαστεςκηρόπλαστα
Γενικήκηρόπλαστωνκηρόπλαστωνκηρόπλαστων
Αιτιατικήκηρόπλαστουςκηρόπλαστεςκηρόπλαστα
Κλητικήκηρόπλαστοικηρόπλαστεςκηρόπλαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →