Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηφήνας

/ciˈfi.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. έντομοη αρσενική μέλισσα που χρησιμοποιείται και χρησιμεύει μόνον για την αναπαραγωγή (γονιμοποίηση της βασίλισσας) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκάθε τεμπέλης άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων, παρασιτικά Βικιλεξικό
    • Τ α σ ά κ ο ς: –Συνειδητοποίησα πώς, ὅπως ὄλοι οἱ διανοούμενοι, δέν εἶμαι παρά ἕνας φανταχτερός κηφήνας τῆς κοινωνίας∙ καί σέβομαι ἀπολύτως τόν μπακάλη πού μοῦ δίνει τό ψωμοτύρι μου καί πληρώνεται μέ μουνζτουρωμένο χαρτί τῆς κακιᾶς ὥρας.

Ετυμολογία

κηφήνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηφήν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκηφήναςκηφήνες
Γενικήκηφήνακηφήνων
Αιτιατικήκηφήνακηφήνες
Κλητικήκηφήνακηφήνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →