κηφήνας
•
- έντομοη αρσενική μέλισσα που χρησιμοποιείται και χρησιμεύει μόνον για την αναπαραγωγή (γονιμοποίηση της βασίλισσας) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάθε τεμπέλης άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων, παρασιτικά Βικιλεξικό
- Τ α σ ά κ ο ς: –Συνειδητοποίησα πώς, ὅπως ὄλοι οἱ διανοούμενοι, δέν εἶμαι παρά ἕνας φανταχτερός κηφήνας τῆς κοινωνίας∙ καί σέβομαι ἀπολύτως τόν μπακάλη πού μοῦ δίνει τό ψωμοτύρι μου καί πληρώνεται μέ μουνζτουρωμένο χαρτί τῆς κακιᾶς ὥρας.
Ετυμολογία
κηφήνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηφήν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κηφήνας | κηφήνες |
| Γενική | κηφήνα | κηφήνων |
| Αιτιατική | κηφήνα | κηφήνες |
| Κλητική | κηφήνα | κηφήνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →