κιάλια
•
- φορητό όργανο που αποτελείται από δύο κιάλια συνδεδεμένα μεταξύ τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιάλια < κιάλι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιάλια | κιάλια |
| Γενική | — | κιαλιών |
| Αιτιατική | — | κιάλια |
| Κλητική | — | κιάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →