κιβωτιάκι
•
- υποκοριστικόμικρό κιβώτιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιβωτιάκι < κιβώτι(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιβωτιάκι | κιβωτιάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κιβωτιάκι | κιβωτιάκια |
| Κλητική | κιβωτιάκι | κιβωτιάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →