κιβωτός
•
- ιουδαϊσμόςκιβωτός του Νώε, το μεγάλο πλοίο το οποίο κατασκεύασε ο Νώε για να γλυτώσει απ' τον κατακλυσμό Βικιλεξικό
- ιουδαϊσμόςκιβωτός της διαθήκης, μεγάλο ξύλινο κιβώτιο μέσα στο οποίο είχαν τοποθετηθεί οι 2 πλάκες με τις Δέκα Εντολές Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο μέρος (υλικό ή μεταφορικό) όπου διασώζεται κάτι (συνήθως πνευματικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιβωτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κιβωτός (κουτί, κιβώτιο). Η θρησκευτική σημασία, από τα ελληνιστικά χρόνια.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιβωτός | κιβωτοί |
| Γενική | κιβωτού | κιβωτών |
| Αιτιατική | κιβωτό | κιβωτούς |
| Κλητική | κιβωτέ / κιβωτό | κιβωτοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →