Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιβωτός

/ci.voˈtos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιουδαϊσμόςκιβωτός του Νώε, το μεγάλο πλοίο το οποίο κατασκεύασε ο Νώε για να γλυτώσει απ' τον κατακλυσμό Βικιλεξικό
  2. ιουδαϊσμόςκιβωτός της διαθήκης, μεγάλο ξύλινο κιβώτιο μέσα στο οποίο είχαν τοποθετηθεί οι 2 πλάκες με τις Δέκα Εντολές Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτο μέρος (υλικό ή μεταφορικό) όπου διασώζεται κάτι (συνήθως πνευματικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιβωτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κιβωτός (κουτί, κιβώτιο). Η θρησκευτική σημασία, από τα ελληνιστικά χρόνια.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκιβωτόςκιβωτοί
Γενικήκιβωτούκιβωτών
Αιτιατικήκιβωτόκιβωτούς
Κλητικήκιβωτέ / κιβωτόκιβωτοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →