κιγκλίδωμα
•
- φράκτης κατασκευασμένος από μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους ή ελάσματα ή άλλης μορφής στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιγκλίδωμα < αρχαία ελληνική κιγκλίς, κιγκλίδ(α) + -ωμα, απόδοση για τη γαλλική grillage
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιγκλίδωμα | κιγκλιδώματα |
| Γενική | κιγκλιδώματος | κιγκλιδωμάτων |
| Αιτιατική | κιγκλίδωμα | κιγκλιδώματα |
| Κλητική | κιγκλίδωμα | κιγκλιδώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →