κιγκλιδωτός
•
- που περιφράσσεται με κιγκλιδώματα ή αποτελείται από κιγκλιδώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιγκλιδωτός < κιγκλίδα + -ωτός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική grillagé )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κιγκλιδωτός | κιγκλιδωτή | κιγκλιδωτό |
| Γενική | κιγκλιδωτού | κιγκλιδωτής | κιγκλιδωτού |
| Αιτιατική | κιγκλιδωτό | κιγκλιδωτή | κιγκλιδωτό |
| Κλητική | κιγκλιδωτέ | κιγκλιδωτή | κιγκλιδωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κιγκλιδωτοί | κιγκλιδωτές | κιγκλιδωτά |
| Γενική | κιγκλιδωτών | κιγκλιδωτών | κιγκλιδωτών |
| Αιτιατική | κιγκλιδωτούς | κιγκλιδωτές | κιγκλιδωτά |
| Κλητική | κιγκλιδωτοί | κιγκλιδωτές | κιγκλιδωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →