Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιγκλιδώνω

ρήμα
•
  1. τοποθετώ κιγκλιδώματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιγκλιδώνω < κιγκλίδα + -ώνω < αρχαία ελληνική κιγκλίς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →