κιζντίζω
•
- ιδιωματικόθυμώνω υπερβολικά, φουντώνω από οργή Βικιλεξικό
- ιδιωματικόανέχομαι, συγκατανεύω χωρίς να το θέλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιζντίζω < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قیزمق (qïzmaq, γίνομαι θερμός, φουντώνω, θυμώνω) (τουρκική kızmak, ρηματικός τύπος kızdım) κιζντ- + -ίζω < πρωτοτουρκική ρίζα *kï̄ŕ- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
κίζντισα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →