κιθαρίστας
•
- μουσικήμουσικός που παίζει κιθάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιθαρίστας < κιθάρ(α) + -ίστας. Συγκρίνετε με το κιθαριστής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιθαρίστας | κιθαρίστες |
| Γενική | κιθαρίστα | κιθαριστών |
| Αιτιατική | κιθαρίστα | κιθαρίστες |
| Κλητική | κιθαρίστα | κιθαρίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →