Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιθαρωδώ

/ci.θa.ɾoˈðo/ρήμα
•
  1. παίζω κιθάρα και τραγουδώ ταυτόχρονα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιθαρωδώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κῐθᾰρῳδῶ, συνηρημένος τύπος του κῐθᾰρῳδέω < κῐθᾰρῳδός < κιθάρα + ἀείδω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκιθαρωδώκιθαρωδείςκιθαρωδείκιθαρωδούμεκιθαρωδείτεκιθαρωδούν / κιθαρωδούνε
Παρατατικόςκιθαρωδούσακιθαρωδούσεςκιθαρωδούσεκιθαρωδούσαμεκιθαρωδούσατεκιθαρωδούσαν / κιθαρωδούσανε
Αόριστοςκιθαρώδησακιθαρώδησεςκιθαρώδησεκιθαρωδήσαμεκιθαρωδήσατεκιθαρωδήσαν / κιθαρωδήσανε / κιθαρώδησαν
Μέλλονταςθα κιθαρωδήσω / θα κιθαρωδώθα κιθαρωδήσεις / θα κιθαρωδείςθα κιθαρωδήσει / θα κιθαρωδείθα κιθαρωδήσουμε / θα κιθαρωδούμεθα κιθαρωδήσετε / θα κιθαρωδείτεθα κιθαρωδήσουν / θα κιθαρωδήσουνε / θα κιθαρωδούν / θα κιθαρωδούνε
Παρακείμενοςέχω κιθαρωδήσειέχεις κιθαρωδήσειέχει κιθαρωδήσειέχουμε κιθαρωδήσειέχετε κιθαρωδήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κιθαρωδήσειείχες κιθαρωδήσειείχε κιθαρωδήσειείχαμε κιθαρωδήσειείχατε κιθαρωδήσει—
Υποτακτικήνα έχω κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσω / να κιθαρωδώνα έχεις κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσεις / να κιθαρωδείςνα έχει κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσει / να κιθαρωδείνα έχουμε κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσουμε / να κιθαρωδούμενα έχετε κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσετε / να κιθαρωδείτενα κιθαρωδήσουν / να κιθαρωδήσουνε / να κιθαρωδούν / να κιθαρωδούνε
Προστακτική—κιθαρώδησε——κιθαρωδήστε / κιθαρωδείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →