κιθαρωδώ
•
- παίζω κιθάρα και τραγουδώ ταυτόχρονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιθαρωδώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κῐθᾰρῳδῶ, συνηρημένος τύπος του κῐθᾰρῳδέω < κῐθᾰρῳδός < κιθάρα + ἀείδω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κιθαρωδώ | κιθαρωδείς | κιθαρωδεί | κιθαρωδούμε | κιθαρωδείτε | κιθαρωδούν / κιθαρωδούνε |
| Παρατατικός | κιθαρωδούσα | κιθαρωδούσες | κιθαρωδούσε | κιθαρωδούσαμε | κιθαρωδούσατε | κιθαρωδούσαν / κιθαρωδούσανε |
| Αόριστος | κιθαρώδησα | κιθαρώδησες | κιθαρώδησε | κιθαρωδήσαμε | κιθαρωδήσατε | κιθαρωδήσαν / κιθαρωδήσανε / κιθαρώδησαν |
| Μέλλοντας | θα κιθαρωδήσω / θα κιθαρωδώ | θα κιθαρωδήσεις / θα κιθαρωδείς | θα κιθαρωδήσει / θα κιθαρωδεί | θα κιθαρωδήσουμε / θα κιθαρωδούμε | θα κιθαρωδήσετε / θα κιθαρωδείτε | θα κιθαρωδήσουν / θα κιθαρωδήσουνε / θα κιθαρωδούν / θα κιθαρωδούνε |
| Παρακείμενος | έχω κιθαρωδήσει | έχεις κιθαρωδήσει | έχει κιθαρωδήσει | έχουμε κιθαρωδήσει | έχετε κιθαρωδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κιθαρωδήσει | είχες κιθαρωδήσει | είχε κιθαρωδήσει | είχαμε κιθαρωδήσει | είχατε κιθαρωδήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσω / να κιθαρωδώ | να έχεις κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσεις / να κιθαρωδείς | να έχει κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσει / να κιθαρωδεί | να έχουμε κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσουμε / να κιθαρωδούμε | να έχετε κιθαρωδήσει / να κιθαρωδήσετε / να κιθαρωδείτε | να κιθαρωδήσουν / να κιθαρωδήσουνε / να κιθαρωδούν / να κιθαρωδούνε |
| Προστακτική | — | κιθαρώδησε | — | — | κιθαρωδήστε / κιθαρωδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →