κιλοβατώρα
•
- φυσικήμονάδα μέτρησης της ενέργειας· εκφράζει την ενέργεια που παράγεται ή καταναλώνεται σε μία ώρα από μηχανή ισχύος ενός κιλοβάτ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιλοβατώρα < κιλοβάτ + ώρα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική kilowattheure ή αγγλική kilowatt-hour)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιλοβατώρα | κιλοβατώρες |
| Γενική | κιλοβατώρας | κιλοβατωρών |
| Αιτιατική | κιλοβατώρα | κιλοβατώρες |
| Κλητική | κιλοβατώρα | κιλοβατώρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →