κιλό
•
- μονάδα μέτρησηςτο χιλιόγραμμο, μονάδα μέτρησης της μάζας, που χρησιμοποιείται όμως στη καθημερινή ζωή ως μονάδα του βάρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιλό < (λόγιο δάνειο) γαλλική kilo, σύντμηση του kilogramme (χιλιόγραμμο) < χιλιό-< χίλια + -γραμμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιλό | κιλά |
| Γενική | κιλού | κιλών |
| Αιτιατική | κιλό | κιλά |
| Κλητική | κιλό | κιλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →