κιλότα
•
- ενδυμασίαγυναικείο εσώρουχο που περιβάλλει τους μηρούς και το υπογάστριο Βικιλεξικό
- Σε λίγο τον ανοίγει αλλά αντίς να ρίξει μια ρόμπα τόση ώρα επάνω της τον άνοιξε με το σουτιέν και την κιλότα. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, γ΄ τόμος, Αθήνα 2003)
- βρακί= το κάτω εσώρουχο τῆς γυναίκας εἰδικότερα, γιατί τοῦ ἄντρα λέγεται κυρίως σόβρακο. Σήμερα έχει ἀντικατασταθεῖ στήν κοινή χρήση από τήν κιλότα, τό κιλοτάκι καί τό σλιπ, ἀλλά ἔχει μείνει στίς παροιμιώδεις ἐκφράσεις καί στίς βρισιές. (Ε. Παπαζαχαρίου, Λεξικό της Ελληνικής αργκό επί τόπου καταγραφή, εκδ. Κάκτος, 1999)
- ενδυμασίατο κοντό παντελόνι μέχρι το γόνατο που φορούσαν οι αριστοκράτες του 17ου, 18ου αιώνα Βικιλεξικό
- στρατιωτική περισκελίδα του ιππικού ή παντελόνι ιππασίας, παλιότερα φουσκωτό στους μηρούς και στενό κάτω Βικιλεξικό
- Πιὸ πίσω, ἕνας καβαλάρης μὲ κόκκινο ροῦχο καὶ ἕνα τρικαντὸ μὲ φτερά, ἄσπρη κιλότα καὶ ψηλὲς μαῦρες μπότες: ὁ Σταβλάρχης τοῦ Bασιλέως. (Περικλῆς Βυζάντιος, Ἡ ζωὴ ἑνὸς ζωγράφου, Αθήνα 1994)
Ετυμολογία
κιλότα < (λόγιο δάνειο) γαλλική culotte + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιλότα | κιλότες |
| Γενική | κιλότας | κιλοτών |
| Αιτιατική | κιλότα | κιλότες |
| Κλητική | κιλότα | κιλότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →