Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιμαδιάζω

/ci.maˈðʝa.zo/ρήμα
•
  1. λαϊκότεμαχίζω κρέας σε μορφή κιμά, συνήθως με τη χρήση ειδικής μηχανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιμαδιάζω < (κιμάς) κιμαδ- + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκιμαδιάζωκιμαδιάζειςκιμαδιάζεικιμαδιάζουμεκιμαδιάζετεκιμαδιάζουν / κιμαδιάζουνε
Παρατατικόςκιμάδιαζακιμάδιαζεςκιμάδιαζεκιμαδιάζαμεκιμαδιάζατεκιμάδιαζαν / κιμαδιάζαν / κιμαδιάζανε
Αόριστοςκιμάδιασακιμάδιασεςκιμάδιασεκιμαδιάσαμεκιμαδιάσατεκιμάδιασαν / κιμαδιάσαν / κιμαδιάσανε
Μέλλονταςθα κιμαδιάζω / θα κιμαδιάσωθα κιμαδιάζεις / θα κιμαδιάσειςθα κιμαδιάζει / θα κιμαδιάσειθα κιμαδιάζουμε / θα κιμαδιάσουμεθα κιμαδιάζετε / θα κιμαδιάσετεθα κιμαδιάζουν / θα κιμαδιάζουνε / θα κιμαδιάσουν / θα κιμαδιάσουνε
Παρακείμενοςέχω κιμαδιάσειέχεις κιμαδιάσειέχει κιμαδιάσειέχουμε κιμαδιάσειέχετε κιμαδιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κιμαδιάσειείχες κιμαδιάσειείχε κιμαδιάσειείχαμε κιμαδιάσει——
Υποτακτικήνα έχω κιμαδιάσει / να κιμαδιάζω / να κιμαδιάσωνα έχεις κιμαδιάσει / να κιμαδιάζεις / να κιμαδιάσειςνα έχει κιμαδιάσει / να κιμαδιάζει / να κιμαδιάσεινα έχουμε κιμαδιάσει / να κιμαδιάζουμε / να κιμαδιάσουμενα έχετε κιμαδιάσει / να κιμαδιάζετε / να κιμαδιάσετενα κιμαδιάζουν / να κιμαδιάζουνε / να κιμαδιάσουν / να κιμαδιάσουνε
Προστακτική—κιμάδιαζε / κιμάδιασε——κιμαδιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κιμαδιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →