κιμαδιάζω
•
- λαϊκότεμαχίζω κρέας σε μορφή κιμά, συνήθως με τη χρήση ειδικής μηχανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιμαδιάζω < (κιμάς) κιμαδ- + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κιμαδιάζω | κιμαδιάζεις | κιμαδιάζει | κιμαδιάζουμε | κιμαδιάζετε | κιμαδιάζουν / κιμαδιάζουνε |
| Παρατατικός | κιμάδιαζα | κιμάδιαζες | κιμάδιαζε | κιμαδιάζαμε | κιμαδιάζατε | κιμάδιαζαν / κιμαδιάζαν / κιμαδιάζανε |
| Αόριστος | κιμάδιασα | κιμάδιασες | κιμάδιασε | κιμαδιάσαμε | κιμαδιάσατε | κιμάδιασαν / κιμαδιάσαν / κιμαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κιμαδιάζω / θα κιμαδιάσω | θα κιμαδιάζεις / θα κιμαδιάσεις | θα κιμαδιάζει / θα κιμαδιάσει | θα κιμαδιάζουμε / θα κιμαδιάσουμε | θα κιμαδιάζετε / θα κιμαδιάσετε | θα κιμαδιάζουν / θα κιμαδιάζουνε / θα κιμαδιάσουν / θα κιμαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κιμαδιάσει | έχεις κιμαδιάσει | έχει κιμαδιάσει | έχουμε κιμαδιάσει | έχετε κιμαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κιμαδιάσει | είχες κιμαδιάσει | είχε κιμαδιάσει | είχαμε κιμαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κιμαδιάσει / να κιμαδιάζω / να κιμαδιάσω | να έχεις κιμαδιάσει / να κιμαδιάζεις / να κιμαδιάσεις | να έχει κιμαδιάσει / να κιμαδιάζει / να κιμαδιάσει | να έχουμε κιμαδιάσει / να κιμαδιάζουμε / να κιμαδιάσουμε | να έχετε κιμαδιάσει / να κιμαδιάζετε / να κιμαδιάσετε | να κιμαδιάζουν / να κιμαδιάζουνε / να κιμαδιάσουν / να κιμαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | κιμάδιαζε / κιμάδιασε | — | — | κιμαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κιμαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →