κινδυνολογία
•
- η αναφορά και διόγκωση πραγματικών ή ψευδών ειδήσεων με σκοπό να αυξηθεί η αίσθηση ότι υπάρχει κίνδυνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινδυνολογία < κίνδυν(ος) + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κινδυνολογία | κινδυνολογίες |
| Γενική | κινδυνολογίας | κινδυνολογιών |
| Αιτιατική | κινδυνολογία | κινδυνολογίες |
| Κλητική | κινδυνολογία | κινδυνολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →