κινδυνολογικός
•
- σχετικός με κινδυνολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινδυνολογικός < κινδυνολογ(ία) + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κινδυνολογικός | κινδυνολογική | κινδυνολογικό |
| Γενική | κινδυνολογικού | κινδυνολογικής | κινδυνολογικού |
| Αιτιατική | κινδυνολογικό | κινδυνολογική | κινδυνολογικό |
| Κλητική | κινδυνολογικέ | κινδυνολογική | κινδυνολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κινδυνολογικοί | κινδυνολογικές | κινδυνολογικά |
| Γενική | κινδυνολογικών | κινδυνολογικών | κινδυνολογικών |
| Αιτιατική | κινδυνολογικούς | κινδυνολογικές | κινδυνολογικά |
| Κλητική | κινδυνολογικοί | κινδυνολογικές | κινδυνολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →