Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινδυνολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με κινδυνολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινδυνολογικός < κινδυνολογ(ία) + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκινδυνολογικόςκινδυνολογικήκινδυνολογικό
Γενικήκινδυνολογικούκινδυνολογικήςκινδυνολογικού
Αιτιατικήκινδυνολογικόκινδυνολογικήκινδυνολογικό
Κλητικήκινδυνολογικέκινδυνολογικήκινδυνολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκινδυνολογικοίκινδυνολογικέςκινδυνολογικά
Γενικήκινδυνολογικώνκινδυνολογικώνκινδυνολογικών
Αιτιατικήκινδυνολογικούςκινδυνολογικέςκινδυνολογικά
Κλητικήκινδυνολογικοίκινδυνολογικέςκινδυνολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →