Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινεζικά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η κινεζική γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα, η γλώσσα των Χαν, κυρίως η μανδαρίνικη ποικιλία, με ιστορία 3.000 χρόνων. Μιλιέται από πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους. Γράφεται με λογογραφικό σύστημα γραφής απλοποιημένη ή παραδοσιακή αλλά και με λατινικούς χαρακτήρες (πινγίν). Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινεζικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κινεζικός στον πληθυντικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκινεζικάκινεζικά
Γενική—κινεζικών
Αιτιατική—κινεζικά
Κλητική—κινεζικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κινέζικα

/ciˈne.zi.ka/ουσιαστικό
•
  1. οικείο, η κινεζική γλώσσα, γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτα ακαταλαβίστικα, τα αλαμπουρνέζικα Βικιλεξικό
    • εμένα αυτά μου φαίνονται κινέζικα
  3. προϊόντα μαϊμού, φτηνά προϊόντα, προϊόντα που δεν πληρούν τους ευρωπαϊκούς νόμους (νομοθετημένους κανόνες) περί ασφάλειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινέζικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κινέζικος στον πληθυντικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκινέζικακινέζικα
Γενική—κινέζικων
Αιτιατική—κινέζικα
Κλητική—κινέζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κινεζικά

επίρρημα
•
  1. με κινέζικο (κινεζικό) τρόπο Βικιλεξικό
    • α λα κινεζικά

Ετυμολογία

κινεζικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κινεζικός στον πληθυντικό

Άλλοι τύποι

κινεζικάκινεζικών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →