κινηματίας
•
- που μετέχει σε κίνημα ή το υποκινεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινηματίας < κίνημα + -ίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κινηματίας | κινηματίες |
| Γενική | κινηματία | κινηματιών |
| Αιτιατική | κινηματία | κινηματίες |
| Κλητική | κινηματία | κινηματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →