κινησιοθεραπευτής
•
- επάγγελμααυτός που ασκεί την κινησιοθεραπεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινησιοθεραπευτής < κινησιοθεραπεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κινησιοθεραπευτής | κινησιοθεραπευτές |
| Γενική | κινησιοθεραπευτή | κινησιοθεραπευτών |
| Αιτιατική | κινησιοθεραπευτή | κινησιοθεραπευτές |
| Κλητική | κινησιοθεραπευτή | κινησιοθεραπευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →