κινητική
•
- φυσικήκλάδος της μηχανικής που μελετά τις κινήσεις αντικειμένων αδιαφορώντας για άλλες εμπλεκόμενες δυνάμεις (τριβή κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου κινητικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική kinematics)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κινητική | κινητικές |
| Γενική | κινητικής | κινητικών |
| Αιτιατική | κινητική | κινητικές |
| Κλητική | κινητική | κινητικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →