Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινητική

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήκλάδος της μηχανικής που μελετά τις κινήσεις αντικειμένων αδιαφορώντας για άλλες εμπλεκόμενες δυνάμεις (τριβή κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου κινητικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική kinematics)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκινητικήκινητικές
Γενικήκινητικήςκινητικών
Αιτιατικήκινητικήκινητικές
Κλητικήκινητικήκινητικές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →