Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινητική ενέργεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήη ενέργεια που διαθέτει ένα αντικείμενο λόγω της κίνησής του και υπολογίζεται ως το μισό του γινομένου της μάζας του αντικειμένου επί το τετράγωνο της ταχύτητάς του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινητική ενέργεια < κινητική + ενέργεια (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική kinetic energy)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκινητική ενέργεια—
Γενικήκινητικής ενέργειας—
Αιτιατικήκινητική ενέργεια—
Κλητικήκινητική ενέργεια—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →