κινητοποίηση
•
- η οργανωμένη και συλλογική ενεργοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού Βικιλεξικό
- οι εργαζόμενοι αποφάσισαν απεργιακές κινητοποιήσεις ως ένδειξη διαμαρτυρίας
- Πράγματι μεγάλη αστυνομική κινητοποίηση, πολλά και τα έξοδα. Μόνο που από τις ορδές των βανδάλων που έκαναν… καλοκαιρινό το γήπεδο της Καβάλας συνελήφθησαν μόνο τρεις(!) και ουδείς από τους εκατοντάδες που έσπειραν τον τρόμο στην πόλη πριν από το ματς! (Κι αυτοί το μπαλάκι τους!.. ,Το ΒΗΜΑ, 24/1/2010 https://www.tovima.gr/2010/01/24/sports/ki-aytoi-to-mpalaki-toys/)
Ετυμολογία
κινητοποίηση < κινητοποιώ :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1840
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κινητοποίηση | κινητοποιήσεις |
| Γενική | κινητοποίησης | κινητοποιήσεων |
| Αιτιατική | κινητοποίηση | κινητοποιήσεις |
| Κλητική | κινητοποίηση | κινητοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →