κινητοποιούμαι
•
- αναλαμβάνω δράση σε έναν συγκεκριμένο τομέα ή και σε πολλούς (συχνά για διεκδικήσεις ομαδικές) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινητοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος κινητοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κινητοποιούμαι | κινητοποιείσαι | κινητοποιείται | κινητοποιούμαστε | κινητοποιείστε | κινητοποιούνται |
| Παρατατικός | κινητοποιούμουν | κινητοποιούσουν | κινητοποιούνταν | κινητοποιούμασταν / κινητοποιούμαστε | κινητοποιούσασταν / κινητοποιούσαστε | κινητοποιούνταν |
| Αόριστος | κινητοποιήθηκα | κινητοποιήθηκες | κινητοποιήθηκε | κινητοποιηθήκαμε | κινητοποιηθήκατε | κινητοποιήθηκαν / κινητοποιηθήκαν / κινητοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κινητοποιηθώ / θα κινητοποιούμαι | θα κινητοποιείσαι / θα κινητοποιηθείς | θα κινητοποιείται / θα κινητοποιηθεί | θα κινητοποιηθούμε / θα κινητοποιούμαστε | θα κινητοποιείστε / θα κινητοποιηθείτε | θα κινητοποιηθούν / θα κινητοποιηθούνε / θα κινητοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω κινητοποιηθεί | έχεις κινητοποιηθεί | έχει κινητοποιηθεί | έχουμε κινητοποιηθεί | έχετε κινητοποιηθεί | έχουν κινητοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα κινητοποιηθεί | είχες κινητοποιηθεί | είχε κινητοποιηθεί | είχαμε κινητοποιηθεί | είχατε κινητοποιηθεί | είχαν κινητοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω κινητοποιηθεί / να κινητοποιηθώ / να κινητοποιούμαι | να έχεις κινητοποιηθεί / να κινητοποιείσαι / να κινητοποιηθείς | να έχει κινητοποιηθεί / να κινητοποιείται / να κινητοποιηθεί | να έχουμε κινητοποιηθεί / να κινητοποιηθούμε / να κινητοποιούμαστε | να έχετε κινητοποιηθεί / να κινητοποιείστε / να κινητοποιηθείτε | να έχουν κινητοποιηθεί / να κινητοποιηθούν / να κινητοποιηθούνε / να κινητοποιούνται |
| Προστακτική | — | κινητοποιήσου | — | — | κινητοποιείστε / κινητοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →