Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιονίσκος

/ci.oˈni.skos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήκίονας μικρού ύψους Βικιλεξικό
    • Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)
  2. ομοίωμα κίονα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιονίσκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κιονίσκος, υποκοριστικό του κίων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκιονίσκοςκιονίσκοι
Γενικήκιονίσκουκιονίσκων
Αιτιατικήκιονίσκοκιονίσκους
Κλητικήκιονίσκεκιονίσκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →