κιονηδόν
•
- φορά γραφής, με κάθετο τρόπο, σαν κίονας - δηλαδή τα γράμματα είναι σε κάθετη διάταξη σαν σε κολώνα Βικιλεξικό
- Ἰστέον, ὅτι τῶν ἀρχαίων οἰ μέν βουστροφηδόν ἔγραφον τά γράμματα, οἰ δέ κιονηδόν, οἰ δέ πλινθηδόν, οἰ δέ σπειρηδόν (Θεοδόσιος γραμματικός Αλεξανδρεύς, Θεοδοσίου κανόνες)
Ετυμολογία
κιονηδόν < κίων και το επίθημα -ηδόν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →