κιουνεφέ
•
- γλυκόμεσανατολίτικο γλυκό που φτιάχνεται από φύλλο κανταΐφι και με γέμιση τυριού και σιροπιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιουνεφέ < (άμεσο δάνειο) τουρκική künefe < αραβική كُنافة (kunāfa) < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανώς κοπτικής προέλευσης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →