Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιοφτέρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γαστρονομίαελληνικό και κυπριακό έδεσμα από αποξηραμένη μουσταλευριά, συνήθως σε σχήμα λεπτού τετραγώνου ή ορθογώνιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιοφτέρι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκιοφτέρικιοφτέρια
Γενικήκιοφτεριούκιοφτεριών
Αιτιατικήκιοφτέρικιοφτέρια
Κλητικήκιοφτέρικιοφτέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →