κιοφτέρι
•
- γαστρονομίαελληνικό και κυπριακό έδεσμα από αποξηραμένη μουσταλευριά, συνήθως σε σχήμα λεπτού τετραγώνου ή ορθογώνιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιοφτέρι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιοφτέρι | κιοφτέρια |
| Γενική | κιοφτεριού | κιοφτεριών |
| Αιτιατική | κιοφτέρι | κιοφτέρια |
| Κλητική | κιοφτέρι | κιοφτέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →