Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιούγκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόπήλινος σωλήνας αποχέτευσης Βικιλεξικό
    • Σκύβει η Λωξάντρα και βλέπει μέσα στον τοίχο χτισμένη την κοιλιά κιουπιού. Πα! Θησαυρός θαμμένος μέσα σε κιούπι! […] —Γυναίκα μου, έλα στα καλά σου. Θα είναι το κιούγκι του σπιτιού

Ετυμολογία

κιούγκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική künk < περσική گنگ (gung)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκιούγκικιούγκια
Γενικήκιουγκιούκιουγκιών
Αιτιατικήκιούγκικιούγκια
Κλητικήκιούγκικιούγκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →