κιρατζής
•
- επάγγελμααγωγιάτης (συνήθως για μεγάλες αποστάσεις) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιρατζής < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική ƙiradži / ƙeradžíu / κερατζί / κερατζι^(ου) (=κιρατζής) < οθωμανική τουρκική کراجی > τουρκική kiracı (μισθωτής, ενοικιαστής)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιρατζής | κιρατζήδες |
| Γενική | κιρατζή | κιρατζήδων |
| Αιτιατική | κιρατζή | κιρατζήδες |
| Κλητική | κιρατζή | κιρατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →