κιρμάς
•
- πίτουρα από εγχώριο σιτάρι ανάμικτα με καλαμπόκι ως εκλεκτή τροφή των προβάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιρμάς < τουρκική kirma + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιρμάς | κιρμάδες |
| Γενική | κιρμά | κιρμάδων |
| Αιτιατική | κιρμά | κιρμάδες |
| Κλητική | κιρμά | κιρμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →