Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιρρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου πάσχει από κίρρωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιρρωτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική cirrhotic < cirrhosis < αρχαία ελληνική κιρρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκιρρωτικόςκιρρωτικήκιρρωτικό
Γενικήκιρρωτικούκιρρωτικήςκιρρωτικού
Αιτιατικήκιρρωτικόκιρρωτικήκιρρωτικό
Κλητικήκιρρωτικέκιρρωτικήκιρρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκιρρωτικοίκιρρωτικέςκιρρωτικά
Γενικήκιρρωτικώνκιρρωτικώνκιρρωτικών
Αιτιατικήκιρρωτικούςκιρρωτικέςκιρρωτικά
Κλητικήκιρρωτικοίκιρρωτικέςκιρρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →