κιτ
•
- η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία Βικιλεξικό
- κιτ ηλεκτρονικών εξαρτημάτων
- κιτ φαρμακείου και πρώτων βοηθειών
Ετυμολογία
κιτ < (άμεσο δάνειο) αγγλική kit < μέση ολλανδική kitte
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →