κιτρίνισμα
•
- το αποτέλεσμα του κιτρινίζω, η μεταβολή του χρώματος ενός αντικειμένου σε κίτρινο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιτρίνισμα < κιτρινίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιτρίνισμα | κιτρινίσματα |
| Γενική | κιτρινίσματος | κιτρινισμάτων |
| Αιτιατική | κιτρίνισμα | κιτρινίσματα |
| Κλητική | κιτρίνισμα | κιτρινίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →