κιτριά
•
- φυτόθάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Citrus medica), αειθαλές, με λογχοειδή ή ελλειψοειδή φύλλα, από το οποίο βγαίνει το κίτρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιτριά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιτριά | κιτριές |
| Γενική | κιτριάς | κιτριών |
| Αιτιατική | κιτριά | κιτριές |
| Κλητική | κιτριά | κιτριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →