Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιτρικός

/ˈci.tɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το κίτρο ή το κιτρικό οξύ ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιτρικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: citrique < citron + -ique < λατινική citron < citrus < ετρουσκική < αρχαία ελληνική κέδρος (αντιδάνειο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκιτρικόςκιτρικήκιτρικό
Γενικήκιτρικούκιτρικήςκιτρικού
Αιτιατικήκιτρικόκιτρικήκιτρικό
Κλητικήκιτρικέκιτρικήκιτρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκιτρικοίκιτρικέςκιτρικά
Γενικήκιτρικώνκιτρικώνκιτρικών
Αιτιατικήκιτρικούςκιτρικέςκιτρικά
Κλητικήκιτρικοίκιτρικέςκιτρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →