κιτρινισμένος
•
- που το χρώμα του έχει μεταβληθεί σε κίτρινο Βικιλεξικό
- Στο υπόγειο φύλαγε παλιές εφημερίδες, κιτρινισμένες πια από τα χρόνια και την υγρασία.
Ετυμολογία
κιτρινισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου κιτρινίζω
Άλλοι τύποι
κιτρινισμένακιτρινισμένεκιτρινισμένεςκιτρινισμένηκιτρινισμένηςκιτρινισμένοκιτρινισμένοικιτρινισμένοςκιτρινισμένουκιτρινισμένουςκιτρινισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →