κιτρινισμός
•
- το να έχει ή να αποκτά μια εφημερίδα, περιοδικό ή άλλο ενημερωτικό μέσο σκανδαλοθηρικό χαρακτήρα, το να ανήκει στον «κίτρινο τύπο» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιτρινισμός < κίτρινος (τύπος) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιτρινισμός | κιτρινισμοί |
| Γενική | κιτρινισμού | κιτρινισμών |
| Αιτιατική | κιτρινισμό | κιτρινισμούς |
| Κλητική | κιτρινισμέ | κιτρινισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →