Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιτρινόμαυρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει δύο χρώματα, κίτρινο και μαύρο, π.χ. η φανέλα της ΑΕΚ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιτρινόμαυρος < κίτρινος + μαύρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκιτρινόμαυροςκιτρινόμαυρηκιτρινόμαυρο
Γενικήκιτρινόμαυρουκιτρινόμαυρηςκιτρινόμαυρου
Αιτιατικήκιτρινόμαυροκιτρινόμαυρηκιτρινόμαυρο
Κλητικήκιτρινόμαυρεκιτρινόμαυρηκιτρινόμαυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκιτρινόμαυροικιτρινόμαυρεςκιτρινόμαυρα
Γενικήκιτρινόμαυρωνκιτρινόμαυρωνκιτρινόμαυρων
Αιτιατικήκιτρινόμαυρουςκιτρινόμαυρεςκιτρινόμαυρα
Κλητικήκιτρινόμαυροικιτρινόμαυρεςκιτρινόμαυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →