Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιχ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοη παραμικρή κουβέντα, συντομότατος λόγος ή ήχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιχ < (ηχομιμητική λέξη)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →