κιόρος
•
- κρητικάαλλήθωρος Βικιλεξικό
- κρητικάαπρόσεκτος Βικιλεξικό
- κρητικάπου δυσκολεύεται να δει λόγω πάθησης στα μάτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιόρος < (άμεσο δάνειο) τουρκική kör (τυφλός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →