κιόσκι
•
- υπαίθρια κατασκευή σαν μικρό ανοιχτό δωμάτιο Βικιλεξικό
- Μοίραζε τα προεκλογικά φυλλάδια από το κιόσκι που είχε στηθεί.
- Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες.
Ετυμολογία
κιόσκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κιόσκιον < τουρκική köşk < περσική کوشک (kušk)παλάτι, έπαυλη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιόσκι | κιόσκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κιόσκι | κιόσκια |
| Κλητική | κιόσκι | κιόσκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →