κλάπα
•
- μεταλλικό ή ξύλινο κομμάτι που χρησιμοποιείται σε ξυλοσυνδέσεις Βικιλεξικό
- ελληνιστική κοινήξυλοπάπουτσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλάπα < (ελληνιστική κοινή) κλάπα < γερμανική Klappe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλάπα | κλάπες |
| Γενική | κλάπας | κλαπών |
| Αιτιατική | κλάπα | κλάπες |
| Κλητική | κλάπα | κλάπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →