Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλάρα

/ˈkla.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγεθυντικόμεγάλο κλαρί (κλαδί φυτού) Βικιλεξικό
    • Στις κάτω κλάρες, τα κορόμηλα ήταν ακόμη αγουρωπά, όμως στις πιο πάνω αρκετά είχαν κιτρινίσει. (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  2. ύφασμαύφασμα με σχέδια λουλουδιών, κλαριών Βικιλεξικό
  3. φυτικό διακοσμητικό σχέδιο σε ύφασμα συνήθως κεντημένο ανάγλυφο όπως η βέργα σε σχήμα κλάρας στο γείσο του πηληκίου αξιωματικών Βικιλεξικό
    • Η διπλή κλάρα δηλώνει ανώτερο βαθμό. Η απλή κλάρα δηλώνει κατώτερο βαθμό.

Ετυμολογία

κλάρα < κλαρ(ί) + μεγεθυντικό επίθημα -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλάρακλάρες
Γενικήκλάραςκλαρών
Αιτιατικήκλάρακλάρες
Κλητικήκλάρακλάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →