κλάρα
•
- μεγεθυντικόμεγάλο κλαρί (κλαδί φυτού) Βικιλεξικό
- Στις κάτω κλάρες, τα κορόμηλα ήταν ακόμη αγουρωπά, όμως στις πιο πάνω αρκετά είχαν κιτρινίσει. (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- ύφασμαύφασμα με σχέδια λουλουδιών, κλαριών Βικιλεξικό
- φυτικό διακοσμητικό σχέδιο σε ύφασμα συνήθως κεντημένο ανάγλυφο όπως η βέργα σε σχήμα κλάρας στο γείσο του πηληκίου αξιωματικών Βικιλεξικό
- Η διπλή κλάρα δηλώνει ανώτερο βαθμό. Η απλή κλάρα δηλώνει κατώτερο βαθμό.
Ετυμολογία
κλάρα < κλαρ(ί) + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλάρα | κλάρες |
| Γενική | κλάρας | κλαρών |
| Αιτιατική | κλάρα | κλάρες |
| Κλητική | κλάρα | κλάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →