κλάση
•
- σύνολο μερικών αντικειμένων ή προσώπων Βικιλεξικό
- βοτανικήμονάδα ταξινόμησης, ανώτερη από την τάξη Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτο συνόλο των στρατευμένων του ίδιου έτους Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλη ποιότητα ή αξία Βικιλεξικό
- αυτό το ψυγείο είναι πρώτης ενεργειακής κλάσης
- αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςη δομή δεδομένων που χρησιμοποιείται ως πρότυπο μιας ομάδας αντικειμένων που περιέχουν κοινές μεθόδους και ιδιότητες Βικιλεξικό
- σπάνιοσπάσιμο, κοπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλάση < (άμεσο δάνειο) γαλλική classe < λατινική classis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- (καλώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλάση | κλάσεις |
| Γενική | κλάσης | κλάσεων |
| Αιτιατική | κλάση | κλάσεις |
| Κλητική | κλάση | κλάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →