Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλέφτικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικήδημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στους κλέφτες ή / και τους αρματολούς Βικιλεξικό
    • Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)
  2. φαγητάείδος φαγητού με ψητό κρέας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλέφτικο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κλέφτικος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλέφτικοκλέφτικα
Γενικήκλέφτικουκλέφτικων
Αιτιατικήκλέφτικοκλέφτικα
Κλητικήκλέφτικοκλέφτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →