κλέφτικος
•
- που έχει σχέση με τους Κλέφτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
- χορόςο τσάμικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλέφτικος < κλέφτ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλέφτικος | κλέφτικη | κλέφτικο |
| Γενική | κλέφτικου | κλέφτικης | κλέφτικου |
| Αιτιατική | κλέφτικο | κλέφτικη | κλέφτικο |
| Κλητική | κλέφτικε | κλέφτικη | κλέφτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλέφτικοι | κλέφτικες | κλέφτικα |
| Γενική | κλέφτικων | κλέφτικων | κλέφτικων |
| Αιτιατική | κλέφτικους | κλέφτικες | κλέφτικα |
| Κλητική | κλέφτικοι | κλέφτικες | κλέφτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →