Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλέφτικος

/ˈkle.fti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους Κλέφτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
  2. χορόςο τσάμικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλέφτικος < κλέφτ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλέφτικοςκλέφτικηκλέφτικο
Γενικήκλέφτικουκλέφτικηςκλέφτικου
Αιτιατικήκλέφτικοκλέφτικηκλέφτικο
Κλητικήκλέφτικεκλέφτικηκλέφτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλέφτικοικλέφτικεςκλέφτικα
Γενικήκλέφτικωνκλέφτικωνκλέφτικων
Αιτιατικήκλέφτικουςκλέφτικεςκλέφτικα
Κλητικήκλέφτικοικλέφτικεςκλέφτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →